«Κουμ κουάτ» και «Εθνικός Ελληνορώσων»

Είναι αναμφίβολα θετικό το γεγονός ότι πολλά σύγχρονα ελληνικά έργα ανεβαίνουν στη σκηνή σχεδόν αμέσως μετά την ολοκλήρωση της συγγραφής τους. Γιατί μόνο μέσα από τη δοκιμασία της σκηνής, των ηθοποιών που τα ερμηνεύουν και του κοινού που τα παρακολουθεί και τα κρίνει, φαίνεται αν το έργο αξίζει και ο συγγραφέας του έχει λόγο να συνεχίσει να γράφει.

Τα κριτήρια του τι αξίζει, βέβαια, και τι όχι, ποικίλλουν ανάλογα με το ποιος τα ορίζει. Αν ένα έργο έχει μεγάλη απήχηση στο κοινό, ποιος έχει «δίκιο» στην περίπτωση που οι κριτικοί έχουν αντιρρήσεις για την αξία του; Είναι ένα ερώτημα που κάθε τόσο με απασχολεί και αντιμετώπισα ξανά με το «Κουμ κουάτ» του Γιάννη Καλαβριανού.

Επειτα από δύο δράματα, που με τον ένα ή τον άλλον τρόπο αναφέρονται σε ιδιάζοντα πρόσωπα της ευρωπαϊκής ιστορίας (στον Αβελάρδο και στην Ελοΐζα στο ομότιτλο έργο του και στην Ιωάννα της Καστίλλης στο «Γρανάδα»), ο Καλαβριανός αλλάζει δραματουργικό είδος και μαζί με τη Μαρία Κοσκινά γράφουν μια φάρσα που εξελίσσεται στα χρόνια της χούντας.

Είναι Πάσχα του 1972. Η Μαίρη και ο Ντίνος αποφασίζουν να αποφύγουν το κουραστικό εορταστικό φολκλόρ και την μπαναλιτέ της οικογενειακής μάζωξης στο χωριό. Προτιμούν να περάσουν τη μέρα μόνοι τους, αλλά να που καταφθάνει ο φρεσκοχωρισμένος Θόδωρος, ο σύζυγος της εξαδέλφης της Μαίρης, γελοιογραφία χίπη αριστερού, που θέλει συντροφιά για να μοιραστεί τον πόνο του. Λίγο αργότερα να σου και η ξαδέλφη μαζί με τον καινούργιο μνηστήρα της, αξιωματικό του στρατού της εθνοσωτηρίου επαναστάσεως. Το ζευγάρι προσπαθεί να περιορίσει τον μεν χίπη στην κουζίνα, τον δε ταγματάρχη στον κήπο, όπου φαντάροι ψήνουν τ’ αρνί. Οι ανεπιθύμητες συναντήσεις, όμως, είναι αναπόφευκτες και περιπλέκονται όταν εμφανίζεται η Λίντα, μια νεαρή ντυμένη αρχαιοπρεπώς (έρχεται κατευθείαν από τις αλήστου μνήμης χουντικές γιορτές στο Καλλιμάρμαρο). Ακολουθεί μια σουρεάλ αναγνώριση, η Λίντα και ο Θόδωρος φεύγουν μαζί, τέλος του έργου.

Αν ξεπεράσει κανείς την ιδεολογική ελαφρότητα (η επταετία των συνταγματαρχών απαλλαγμένη από κάθε ιστορική/πολιτική σημασία, ως Technicolor φόντο, με σάουντρακ γιάνκα και σέικ και ήρωες βγαλμένους από τις μουσικές κωμωδίες που γύριζε ο Δαλιανίδης εκείνη την εποχή), τότε μπορεί να γελάσει με την καρδιά του με τις αστείες ατάκες του «Κουμ κουάτ». Στα συν έργου και παράστασης, η γρήγορη ροή και η κωμικότητα που προκύπτει από τις απίθανες φαρσικές καταστάσεις και από την επιτόπου μεταμόρφωση των δύο ηθοποιών (Γιώργος Γλάστρας και Μαρία Κοσκινά) που υποδύονται και τα έξι πρόσωπα.

Αν, ωστόσο, κριτήριο της αξίας ενός έργου είναι το πώς μπορεί να «συνομιλήσει» με τους νεότερους ηλικιακά θεατές, αλλά και με κοινό εκτός Ελλάδας, τότε η αποτίμηση του «Κουμ κουάτ» είναι, νομίζω, αρνητική.

Αντιθέτως, ο «Εθνικός Ελληνορώσων» του Αντώνη Τσιοτσιόπουλου, που παρουσιάζεται στο Από Μηχανής Θέατρο, δεν υπακούει σε περιορισμούς εντοπιότητας, έχει υπόθεση μεγάλου ενδιαφέροντος, καλά σχεδιασμένους χαρακτήρες, έξυπνη διαχείριση του δραματικού χρόνου και τόπου, απρόβλεπτες αποκαλύψεις και ανατροπές, παρεΐστικο (ανδρικό) χιούμορ και ακραίες εντάσεις.

Πέντε συν ένας σαραντάρηδες, φίλοι και συμμαθητές από το σχολείο, μαζεύονται για να παίξουν μπάσκετ στο γήπεδο της περιοχής Ελληνορώσων – για να χαλαρώσουν και να ξεσκουριάσουν. Ο ένας είναι δικηγόρος, ο άλλος κτηνίατρος, ο τρίτος έχει μαγαζιά στην παραλία, ο τέταρτος έχει αποθήκη με είδη χαρτιού, όπου δουλεύει ο καινούργιος της παρέας, γνωστός από το σχολείο και αυτός. Από τις πρώτες σκηνές οι θεατές νιώθουν τη βία που υφέρπει στα πειράγματα που κάνουν ο ένας στον άλλον, με την άνεση ανθρώπων που ξέρουν ακόμη και τα «βρώμικα» μυστικά ο ένας του άλλου. Κάποια στιγμή ο καινούργιος πέφτει κάτω αναίσθητος. Διαπιστώνουν ότι είναι νεκρός. Και μάλιστα από χτύπημα συμπαίκτη του. Δεν φωνάζουν αμέσως την αστυνομία, προσπαθώντας να δουν τι συνέβη και ποιος είναι ο αυτουργός. Τότε αποκαλύπτεται η πραγματική εικόνα αυτών των ανθρώπων της διπλανής πόρτας, τα μικρά και μεγάλα «εγκλήματα» που έχουν διαπράξει κι έχουν καλύψει, πράξεις αξιόποινες που όχι μόνο δεν βαρύνουν τη συνείδησή τους, αλλά που δεν έχουν ενδοιασμό να επαναλάβουν.

Ο,τι αρχίζει με πλάκες και παιχνίδι, εξελίσσεται σ’ ένα σκοτεινό δράμα όπου οι παιδιόθεν φίλοι μεταμορφώνονται σε επικίνδυνοι αντίπαλοι – κανείς δεν θέλει να βρεθεί μπλεγμένος σε μια υπόθεση ανθρωποκτονίας. Ο θάνατός σου, η ζωή μου. Αποκαλύψεις, εκβιασμοί κάθε είδους, δεσμεύσεις κάλυψης, όλα τα βρώμικα μέσα πέφτουν στο γήπεδο προκειμένου όλοι (και ο ένοχος) να τη βγάλουν καθαρή με μια τυπική κατάθεση.

Να την η περίφημη κοινοτοπία του Κακού στη μικροκλίμακα της καθημερινότητας. Αυτοί που διαπράττουν κάθε λογής ειδεχθείς πράξεις είναι άνθρωποι συνηθισμένοι, «φυσιολογικοί», οικογενειάρχες, που δεν τους πιάνει το μάτι σου. Και είναι πράγματι μικρή η απόσταση που χωρίζει αυτόν που σκοτώνει έναν άνθρωπο για λόγους εκδίκησης από τον δικηγόρο που ξέρει όλα τα παράθυρα του νόμου για να βοηθά τους «δικούς» του, τον άνθρωπο της νύχτας ή τον επιχειρηματία που μπροστά στον νεκρό υπάλληλό του το μόνο που σκέφτεται είναι πώς δεν θα πληρώσει αποζημίωση για τα ένσημα που δεν του κολλούσε.

Ο Γιώργος Παλούμπης, που σκηνοθέτησε την παράσταση στο Από Μηχανής, βασίστηκε απολύτως στις διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες των ηθοποιών και στις ερμηνείες τους. Λόγω της παρεΐστικης συνθήκης η άμεση, καλή επικοινωνία των ηθοποιών που παίζουν είναι αναγκαία, κι εδώ είναι σαφής και αποτελεσματική. Μαζί με τον «Αγριο σπόρο» (θέατρο Επί Κολωνώ) του Γιάννη Τσίρου και τον «Χαρτοπόλεμο» του Βαγγέλη Ρωμνιού (Μικρό Γκλόρια), ο «Εθνικός Ελληνορώσων» αποδεικνύει ότι είναι μια καλή εποχή για την ελληνική θεατρική γραφή που επιδιώκει να αποτυπώσει με ωμό ρεαλισμό την πραγματικότητα γύρω μας.

Πηγή: Καθημερινή

About Ομάδα Σύνταξης 34771 Articles
To PrismaRadio.gr είναι τo ενημερωτικό ραδιόφωνο της Βορειοδυτικής Ελλάδας

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*