Αποψη: Πώς φτάσαμε στο Brexit, μύθοι και αλήθειες

Από τότε που ανέλαβα τα καθήκοντά μου στην Ελλάδα, οπουδήποτε πηγαίνω, δέχομαι ερωτήσεις, γνώμες και πολύ συναίσθημα για την απόφαση των συμπολιτών μου για το Brexit – είναι, όντως, ένα θέμα που απαιτεί κάποια ανάλυση, από πολλές και διαφορετικές οπτικές γωνίες.

Και καθώς πλησιάζει η κρίσιμη ψηφοφορία στο βρετανικό Κοινοβούλιο την ερχόμενη εβδομάδα, πληθαίνουν οι απόψεις και οι αναλύσεις γύρω από το Brexit – πολλές και πολύ ενδιαφέρουσες φιλοξενούνται στις σελίδες της «Καθημερινής». Υπάρχει μια μερίδα σχολιαστών που ερμηνεύει το Brexit ως εκδήλωση της ανόδου του λαϊκισμού και της ρατσιστικής Ακροδεξιάς, η οποία φαίνεται να κερδίζει έδαφος στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή τα τελευταία χρόνια. Πιστεύω ότι αυτή είναι μια απολύτως λαθεμένη ανάγνωση της βρετανικής περίπτωσης.

Γι’ αυτό και θέλησα ενόψει της ψηφοφορίας στη Βουλή των Κοινοτήτων την ερχόμενη εβδομάδα να μοιραστώ με τους αναγνώστες της «Καθημερινής» κάποιες σκέψεις για το πώς φτάσαμε εδώ και τι σημαίνει αυτό για τη μελλοντική μας σχέση. Επειδή πιστεύω ότι όσο περισσότερο κατανοητή γίνει η πορεία που μας οδήγησε στο Brexit τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες για μια ομαλή έξοδο και μια εποικοδομητική μελλοντική εταιρική σχέση συνεργασίας την οποία επιθυμούν και για την οποία εργάζονται τόσοι πολλοί από τους Ευρωπαίους εταίρους μας – συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας.

Η ιδιαίτερη σχέση του Ηνωμένου Βασιλείου με την Ευρωπαϊκή Ενωση δεν είναι προϊόν μόνο της τελευταίας διετίας. Τη δεκαετία του 1960 αναζητήσαμε μια στενότερη σχέση βασισμένη στο εμπόριο με την τότε Κοινή Αγορά, μετέπειτα ΕΟΚ, και τελικά ενταχθήκαμε το 1973.

Εκτοτε, αναπτύχθηκε σταδιακά μια ένταση γύρω από την κατεύθυνση της Ενωσης: Από τη μια πλευρά, η πλειοψηφία των εταίρων μας και ειδικότερα οι μεγάλες χώρες στην ηπειρωτική Ευρώπη προέκρινε μια πιο ομοσπονδιακή κατεύθυνση. Από την άλλη, υπήρχε η πιο πρακτική, συνεργατική ιδέα της Βρετανίας για την ευρωπαϊκή οικογένεια.

Η Βρετανία συνέχιζε να πιέζει για την εμβάθυνση της εμπορικής σχέσης, μέσω της ανάπτυξης της Ενιαίας Αγοράς για παράδειγμα και για τη διεύρυνση με την εισδοχή νέων μελών. Το Ηνωμένο Βασίλειο έπαιξε κρίσιμο ρόλο στην επίτευξη και των δύο αυτών πολύ σημαντικών ευρωπαϊκών στόχων.

Αλλά ταυτόχρονα, το Ηνωμένο Βασίλειο αντιστάθηκε συχνά στην τάση του να γίνει μια «όλο και στενότερη Ενωση», όπως επίσημα διατυπώθηκε στη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Η τάση αυτή εκφράστηκε παραδειγματικά με την κατάργηση του εθνικού δικαιώματος βέτο στις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ενωσης και τη δημιουργία της ΟΝΕ.

Στη Βρετανία η Ευρώπη με αυτή τη μορφή άρχισε να γίνεται αντιληπτή ως κάτι που οδηγούσε σε απώλεια εθνικού ελέγχου, που υπέτασσε την κυριαρχία του Κοινοβουλίου στις αποφασιστικές αρμοδιότητες της Κοινότητας. Επρόκειτο για μια εξέλιξη με την οποία πολλοί συμπατριώτες μου δεν ένιωθαν άνετα και τη θεωρούσαν ξένη με την υπερήφανη ιστορία μας στην οποία η έννοια της ανεξαρτησίας και η δημοκρατική κοινοβουλευτική μας παράδοση είχαν περίοπτη θέση.

Σε αυτό το πνεύμα, η ένταξη στην Ευρωζώνη, το επόμενο βήμα στο μονοπάτι της ολοκλήρωσης, ήταν ένα βήμα που το Ηνωμένο Βασίλειο δεν εξέτασε σοβαρά για πολύ. Και το γεγονός ότι η Ενιαία Αγορά σήμαινε επίσης και ελευθερία στη μετακίνηση, δηλαδή απώλεια ελέγχου στη μεταναστευτική πολιτική και στην πολιτική για τα σύνορα, άρχισε να γίνεται σημαντικό ζήτημα, καθώς το Ηνωμένο Βασίλειο ένιωθε τις επιπτώσεις του.

Βεβαίως, δεν αισθάνονταν, ούτε αισθάνονται όλοι έτσι στη Βρετανία. Ομως, δημιουργήθηκαν ισχυρές εντάσεις στην κοινωνία που με το πλεονέκτημα της εκ των υστέρων γνώσης θα μπορούσε να πει κανείς ότι αναπόφευκτα θα απαιτούσε αργά ή γρήγορα κάποιου είδους εκτόνωση.

Αυτό έκανε τον Ντέιβιντ Κάμερον να επαναδιαπραγματευθεί τη σχέση της Βρετανίας με την Ε.Ε. σε ορισμένους αλλά σημαντικούς τομείς και να θέσει την πρόταση για τη νέα σχέση της χώρας με την Ε.Ε. στην κρίση των πολιτών του Η.Β. το 2016, όπως είχε δεσμευθεί προεκλογικά. Tα υπόλοιπα, όπως λένε, είναι ιστορία.

Γιατί ψήφισαν οι Βρετανοί με τον τρόπο που ψήφισαν; Κανείς δεν μπορεί να εικάσει τι οδηγεί έναν πολίτη στη μυστικότητα του παραβάν να ψηφίσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, είναι αλήθεια. Αλλά οι σχετικές εκστρατείες και οι δημοσκοπήσεις μπορούν να μας δώσουν μια ιδέα.

Μερικοί, ειδικά στις φτωχές περιοχές του Η.Β. ήθελαν να στείλουν ένα μήνυμα στις λεγόμενες «ελίτ» και το «κατεστημένο» ότι δεν τους έπειθε η ατζέντα τους και τα οράματά τους. Επίσης, ήθελαν να διαμαρτυρηθούν για το γεγονός ότι δεν είχαν δει όλες οι περιοχές της χώρας τα οφέλη της οικονομικής ανάπτυξης. Σίγουρα κάποιες λαϊκιστικές πολιτικές προσεγγίσεις επωφελήθηκαν από το ρεύμα αυτό.

Μερικοί ήταν δυσαρεστημένοι από το γεγονός ότι το Ηνωμένο Βασίλειο είχε δώσει τόσο πολλά χρήματα στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Και μετά τις μαζικές εισροές μεταναστών κυρίως από νέα κράτη-μέλη τις τελευταίες δεκαετίες ήθελαν να ελεγχθούν περισσότερο αυτές οι ροές.

Αλλά για πολλούς –ίσως περισσότερο ψηφοφόρους μεγαλύτερης ηλικίας που θυμούνταν τη χώρα πριν από την περίοδο της Ευρωπαϊκής Ενωσης– το ζήτημα της κυριαρχίας ήταν το πιο σημαντικό. Το σύνθημα της εκστρατείας υπέρ της Αποχώρησης «take back control» μίλησε κατευθείαν σ’ αυτούς τους ανθρώπους.

Το Brexit μοιάζει συχνά ακατανόητο και προκαλεί απογοήτευση σε πολλούς Ελληνες. Ομως, ειδικά γι’ αυτή τη θέση του «take back control» συνάντησα πολλές φορές στην Ελλάδα συμπάθεια και κατανόηση. Για σχεδόν μία δεκαετία την εποχή των μνημονίων, ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής οικονομικής αλλά και κοινωνικής πολιτικής καθοριζόταν εν πολλοίς απέξω: από τις Βρυξέλλες, την τρόικα, τον ESM. Στην ομιλία του για την έξοδο της χώρας από το τρίτο πρόγραμμα ο Ελληνας πρωθυπουργός υπογράμμισε, καθόλου τυχαία, ότι για πρώτη φορά τα τελευταία εννέα χρόνια μια ελληνική κυβέρνηση είναι πλέον σε θέση να εφαρμόζει το δικό της πρόγραμμα και τις δικές της πολιτικές. Παρά τη σημαντική υποστήριξη της Ευρώπης στην Ελλάδα κατά την περίοδο της κρίσης, το μήνυμα αυτό είχε, προφανώς, μεγάλη απήχηση εδώ. Είναι η ίδια ισχυρή επιθυμία και το ίδιο συναίσθημα –σε πολύ διαφορετικές συνθήκες, βεβαίως– που είχαν πολλοί από τους συμπατριώτες μου που ψήφισαν υπέρ του Brexit.

Είναι η ίδια αρχή που παραμένει εξαιρετικά σημαντική και τώρα που βρισκόμαστε σε ένα σημαντικό σταυροδρόμι για το Brexit: και για τη βρετανική κυβέρνηση που υπογράμμισε τη σημασία του ελέγχου του μεταναστευτικού συστήματος και τη δυνατότητα σύναψης εμπορικών συμφωνιών, αλλά και για το βρετανικό Κοινοβούλιο όπου υπάρχει βαθιά ανησυχία για την ενδεχόμενη απώλεια ελέγχου ενός αναπόσπαστου μέρους του Ηνωμένου Βασιλείου, της Βορείου Ιρλανδίας.

Οπότε, ναι, σεβόμενη την απόφαση του βρετανικού λαού, η σχέση μας με την Ευρωπαϊκή Eνωση πρόκειται, και πρέπει, να αλλάξει ριζικά. Oμως, σκέφτομαι ότι αυτό που έχει σημασία για όλους μας είναι η διασφάλιση μιας στενής, αρμονικής σχέσης Ευρωπαϊκής Eνωσης και Ηνωμένου Βασιλείου αλλά και Ηνωμένου Βασιλείου – Ελλάδας, η οποία θα συνεχιστεί όπως σήμερα. Μια σχέση που βεβαίως θα φέρει αλλαγές, αλλά και θα διασφαλίσει στο μέγιστο δυνατό το μέλλον ευημερίας και ασφάλειας που αξίζουν όλοι οι πολίτες μας.

Αλλά παρά την αλλαγή αυτή θα συνεχίσουμε να είμαστε δραστήριοι και αποτελεσματικοί στην προσπάθειά μας να δημιουργήσουμε έναν κόσμο με περισσότερη ασφάλεια, ευημερία και δικαιοσύνη. Γιατί δεν είναι μόνο το Brexit που φέρνει αλλαγές. Ο κόσμος γίνεται όλο και πιο απρόβλεπτος. Η καθιερωμένη τάξη και ισορροπία ισχύος, την οποία είχαμε συνηθίσει εδώ και δεκαετίες, αλλάζει.

Θέλουμε και πιστεύουμε ότι θα μπορέσουμε να πραγματοποιήσουμε αυτή τη φιλοδοξία μαζί με τους Ευρωπαίους εταίρους μας, φυσικά και με την Ελλάδα – έναν από τους παλαιότερους και πιο πολύτιμους συμμάχους μας. Ξέρουμε ότι μόνο έτσι μπορούμε να γίνουμε πραγματικά αποτελεσματικοί και πετυχημένοι. Και υπολογίζουμε στην υποστήριξη της Ελλάδος για να βρούμε τους δρόμους και τους τρόπους στην Ευρώπη ώστε να κάνουμε αυτή τη φιλοδοξία πραγματικότητα.

* Η κ. Κέιτ Σμιθ είναι πρέσβειρα του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ελλάδα.

Πηγή: Καθημερινή

About Ομάδα Σύνταξης 58777 Articles
To PrismaRadio.gr είναι τo ενημερωτικό ραδιόφωνο της Βορειοδυτικής Ελλάδας

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*