Λαϊκότητα και δημοφιλία – Του Ευάγγελου Αυδίκου

Στις εκλογές της 20ής Σεπτεμβρίου δοκιμάστηκαν σε συνθήκες κοινωνικής έντασης έννοιες που χρησιμοποιούνται τακτικά τα τελευταία χρόνια. Μία απ’ αυτές είναι η δημοφιλία, αφού οι δημοσκοπικές εταιρείες έχουν εντάξει, εδώ και καιρό, την ανίχνευση του δείκτη της στα ερωτηματολόγιά τους, σε σχέση με τους πολιτικούς αρχηγούς αλλά και τα πολιτικά πρόσωπα.

Με αφετηρία τη δημοφιλία αναπτύσσονται πολιτικά επιχειρήματα για την εξέλιξη της πολιτικής. Αυτό συμβαίνει σ’ όλο τον κόσμο. Στην Ελλάδα εκδηλώθηκε αυτό το φαινόμενο με υπερβολή, καθώς η δημοφιλία των δημοσκοπικών εταιρειών θεωρήθηκε ότι ήταν ικανή να υποκαταστήσει την πολιτική διαδικασία.

Πρόκειται για έναν περίεργο πολιτικό ντετερμινισμό, ο οποίος βυθίστηκε αύτανδρος στη ρητορική της υπερβολής, στα αβαθή νερά της σύγχυσης ανάμεσα στην πρόβλεψη που εκδηλώνεται σε μη πραγματικό χρόνο και τη βούληση του εκλογικού σώματος που εκφράζεται σε πραγματικό χρόνο.

Λέγεται ότι η άμπωτις και η πλημμυρίδα της δημοφιλίας είναι από τα πιο μυστηριώδη και τα πιο αβέβαια πράγματα του κόσμου αυτού. Και βέβαια, η ζώσα πραγματικότητα αποδεικνύει την αλήθεια αυτής της άποψης. Πολιτικοί με ισχυρά ποσοστά δημοφιλίας παρασύρονται από την κοινωνική «παλίρροια» και χάνονται από το προσκήνιο της εικονικής μας πραγματικότητας.

Κομματικοί μηχανισμοί που στηρίζουν τη συγκρότησή τους στη δημοφιλία των προσώπων τους διαπιστώνουν τη ρευστότητα και την ανεπάρκεια αυτού του κριτηρίου. Αυτά τα κόμματα πολύ γρήγορα έρχονται και παρέρχονται συνειδητοποιώντας ότι η δημοφιλία είναι, τις πιο πολλές φορές, σαν ένα ίχνος πάνω στην άμμο το οποίο εξαφανίζεται μόλις το νερό περάσει από πάνω του. Αντιλαμβάνονται τη σοφία της άποψης του Αμερικανού λογοτέχνη Μαρκ Τουέιν. «Η φήμη είναι καπνός, η δημοτικότητα είναι σύμπτωση. Η μόνη βεβαιότητα είναι η λήθη».

Οι δημοφιλείς συνειδητοποιούν, συχνά με σκληρό τρόπο, πως η δημοφιλία τις πιο πολλές φορές είναι δοτή. Στηρίζεται σε υπαρκτά προσόντα του δημοφιλούς, τα οποία υπερτονίζονται από τους εμπόρους της. Κι όταν αλλάζει ο καιρός, τότε ανατρέπεται η σχέση. Ερχονται στην επιφάνεια τα αρνητικά γνωρίσματα που υπερπροβάλλονται.

Αυτή την «άμπωτι και πλημμυρίδα» της δημοφιλίας τη βίωσαν αρκετά πολιτικά πρόσωπα, αλλά και κομματικοί μηχανισμοί, που αποδίδουν την κατάσταση αυτή στην ανωριμότητα του λαού. Σ’ αυτή την περίπτωση αναγορεύονται οι πολιτικοί και τα κόμματά τους σε ουσία της δημοκρατικής και λαϊκής αντιπροσώπευσης.

Πρόκειται για μια παραμόρφωση της πολιτικής διεργασίας, η οποία υποδηλώνει την απουσία μιας ουσιαστικής λαϊκότητας από τη σχέση της πολιτικής οντότητας με τον παραγωγό πολιτικής, τους πολίτες. Η λαϊκότητα αναδεικνύει τον λαό, με τις αντιφάσεις του, σε πρωταγωνιστή της πολιτικής ζωής.

Η δημοφιλία, ωστόσο, οδηγεί σε πολιτική αλαζονεία το πολιτικό προσωπικό, σε σημείο που θεωρεί πως η εξουσία του είναι αυτόφωτη. Πρόκειται για υπονόμευση της βασικής δημοκρατικής αρχής, ενώ συχνά εξωθεί η αντίληψη αυτή σε μετακίνηση από κόμμα σε κόμμα, με την πίστη ότι η δημοφιλία είναι σύμφυτη με την πολιτική του ύπαρξη. Επομένως, η δημοφιλία μπορεί να μεταφερθεί ως προίκα αποτελούμενη από ψηφοφόρους. Η ψευδαίσθηση αυτή έχει συντριβεί πολλάκις, το παρακολουθήσαμε δε να εκδηλώνεται και στις τελευταίες εκλογές.

Πέρα όμως απ’ αυτό, η λαϊκότητα παραπέμπει και στην ουσιαστική πολιτισμική σχέση που έχει το πολιτικό υποκείμενο με τον λαό. Είναι κοινώς παραδεκτό πως οι προεκλογικές εκστρατείες είναι η περίοδος που παραμορφώνεται η λαϊκότητα. Αντικαθίσταται από τον λαϊκισμό, ο οποίος είναι ψευδώνυμο της λαϊκότητας. Ο λόγος γίνεται χυμώδης, ο ενδυματολογικός κώδικας αλλάζει και οι υποψήφιοι επισκέπτονται καφενεία, πανηγύρια και λαϊκές αγορές.

Η λαϊκότητα είναι μια διάσταση που απουσιάζει από την πολιτική πράξη. Αυτή η παρατήρηση αφορά και τα κόμματα της Αριστεράς. Θεωρούν πως η λαϊκότητα περιορίζεται στη δήλωση για την υποστήριξη των κοινωνικών συμφερόντων των κοινωνικά αδύναμων. Κι όταν έρχεται η αποτυχία, αδυνατούν να κατανοήσουν το γεγονός. Συχνά, συμπεριφέρονται ως οι εκλεκτοί και οι εκπρόσωποι της λαϊκότητας, γεγονός που τους καθιστά προνομιακούς συνομιλητές με τον λαό, που θα προστρέξει να συνδράμει την πολιτική τους προσπάθεια με την εκλογική τους ενίσχυση.

Αυτός ο κίνδυνος ελλοχεύει στα κόμματα εξουσίας και έτσι κι αλλιώς τρώει τις σάρκες του πολιτικού υποκειμένου. Συνεπώς, η Αριστερά που επιλέχτηκε από τους πολίτες να κυβερνήσει οφείλει να είναι σε συνεχή εγρήγορση ενισχύοντας τη σχέση της με τη λαϊκότητα.

 

About Ευάγγελος Αυδίκος 41 Articles
Ο Ευάγγελος Γρ. Αυδίκος είναι καθηγητής λαογραφίας στο Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*